Pirelli: Γιατί η μαλακή γόμα έκανε τη διαφορά στο GP Σιγκαπούρης
Η απροσδόκητα μεγάλη αντοχή της μαλακής γόμας αποτέλεσε έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες του Grand Prix Σιγκαπούρης, επιτρέποντας στις ομάδες να συνδυάσουν υψηλή πρόσφυση με μεγάλα αγωνιστικά stint. Η Pirelli εξήγησε γιατί η C5 αποδείχθηκε η αποτελεσματικότερη επιλογή στη Marina Bay, την ώρα που η σκληρή γόμα δεν χρησιμοποιήθηκε από κανέναν οδηγό.
Παρότι η Pirelli είχε προβλέψει ότι και οι τρεις διαθέσιμες γόμες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στον αγώνα, η πραγματική εικόνα στην πίστα ήταν διαφορετική.
Η μαλακή C5 αναδείχθηκε στην πιο αποδοτική επιλογή, καθώς διατήρησε την απόδοσή της για πολύ περισσότερους γύρους από όσους θα μπορούσε να υποδηλώνει ο χαρακτηρισμός της ως η πιο μαλακή διαθέσιμη γόμα.
Αυτό επέτρεψε στους οδηγούς να αξιοποιήσουν το πλεονέκτημα πρόσφυσης χωρίς να αντιμετωπίσουν την έντονη φθορά που συνήθως συνοδεύει μια τέτοια επιλογή.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε ο Μαξ Φερστάπεν, ο οποίος ολοκλήρωσε ένα απόλυτα επιτυχημένο αγωνιστικό τριήμερο, κατακτώντας την pole position και τη νίκη τόσο στο Sprint όσο και στο κυριακάτικο Grand Prix.
Ο οδηγός της Red Bull ξεκίνησε με τη μαλακή γόμα, ολοκλήρωσε 32 γύρους με το πρώτο σετ και στη συνέχεια πέρασε στη μέση C4, με την οποία έφτασε μέχρι τον τερματισμό.
Γιατί η C5 αποδείχθηκε τόσο αποτελεσματική
Ο διευθυντής μηχανοκίνητου αθλητισμού της Pirelli, Ντάριο Μαραφούσκι, εξήγησε ότι η στρατηγική ενός pit stop ήταν η πιο ανταγωνιστική επιλογή, ανεξάρτητα από τις περιόδους εξουδετέρωσης του αγώνα.
“Όπως αναμενόταν, ανεξάρτητα από τις εξουδετερώσεις, η στρατηγική ενός pit stop αποδείχθηκε η πιο ανταγωνιστική, με τον συνδυασμό μαλακής και μέσης γόμας να αναδεικνύεται στην αποτελεσματικότερη επιλογή”, δήλωσε.
“Η C5 ήταν η πρωταγωνίστρια του αγώνα, καθώς επέτρεψε πολύ μεγάλα stint, διατηρώντας υψηλό επίπεδο απόδοσης και προσφέροντας το πλεονέκτημα της μεγαλύτερης πρόσφυσης σε σχέση με τις υπόλοιπες διαθέσιμες γόμες”, πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της Pirelli, η πτώση της απόδοσης της C5 εμφανιζόταν κυρίως προς το τέλος των μεγαλύτερων stint, χωρίς να περιορίζει σημαντικά τη χρησιμότητά της.
“Οι οδηγοί που τη χρησιμοποίησαν για περίπου τη μισή διάρκεια του αγώνα παρουσίασαν πτώση απόδοσης μόνο στους τελευταίους γύρους”, διευκρίνισε ο Μαραφούσκι.
Η συγκεκριμένη συμπεριφορά είχε ιδιαίτερη σημασία σε μια πίστα όπως η Marina Bay, όπου η διατήρηση της πρόσφυσης και η δυνατότητα παραμονής στην πίστα χωρίς επιπλέον pit stop μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά το αποτέλεσμα.
Η διαφορετική στρατηγική των Ferrari και Mercedes
Σε αντίθεση με τον Φερστάπεν, ο Σαρλ Λεκλέρ και ο Αντρέα Κίμι Αντονέλι πραγματοποίησαν δεύτερο pit stop κατά την περίοδο Virtual Safety Car στον 39ο γύρο.
Οι δύο οδηγοί τοποθέτησαν φρέσκα μαλακά ελαστικά, επιδιώκοντας να αξιοποιήσουν την επιπλέον πρόσφυση στο τελευταίο μέρος του αγώνα.
Ο Λεκλέρ τερμάτισε δεύτερος για τη Ferrari, ενώ ο Αντονέλι κατέκτησε την τρίτη θέση με τη Mercedes.
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις ανέδειξαν δύο βασικά χαρακτηριστικά της C5: μπορούσε να υποστηρίξει μεγάλα stint, αλλά και να προσφέρει άμεσο πλεονέκτημα απόδοσης όταν χρησιμοποιούνταν ως φρέσκο σετ.
Ωστόσο, η στρατηγική ενός pit stop παρέμεινε η πιο αποτελεσματική συνολικά, όπως έδειξε και η νίκη του Φερστάπεν.
Γιατί κανείς δεν επέλεξε τη σκληρή γόμα
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι η σκληρή C3 δεν χρησιμοποιήθηκε από κανέναν οδηγό στη διάρκεια του Grand Prix.
Η Pirelli είχε επιλέξει τις C3, C4 και C5 για το αγωνιστικό τριήμερο, όμως η πολύ χαμηλή φθορά της μέσης γόμας αφαίρεσε ουσιαστικά κάθε στρατηγικό πλεονέκτημα από τη σκληρότερη επιλογή.
“Η σκληρή γόμα δεν αποτελούσε ελκυστική στρατηγική επιλογή για τις ομάδες, καθώς προσέφερε λιγότερη πρόσφυση από την C4, η οποία, παρότι πιο μαλακή, παρουσίασε σχεδόν μηδενική φθορά”, εξήγησε ο Μαραφούσκι.
“Δεν υπήρχε κάποιο ουσιαστικό πλεονέκτημα σε έναν αγώνα που ευνοούσε ξεκάθαρα τη στρατηγική ενός pit stop. Γι’ αυτό, παρότι η C3 έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε άλλες πίστες, δεν επιλέχθηκε από κανέναν οδηγό στη Σιγκαπούρη”, συμπλήρωσε.
Τα στοιχεία του αγώνα επιβεβαίωσαν τη μεγάλη διάρκεια ζωής των δύο μαλακότερων γομών.
Ο Τζορτζ Ράσελ πραγματοποίησε το μεγαλύτερο stint με τη μέση γόμα, συμπληρώνοντας 39 γύρους, ενώ ο Λιούις Χάμιλτον κατάφερε να καλύψει 44 γύρους με ένα σετ μαλακών ελαστικών, ολοκληρώνοντας τον αγώνα στην έκτη θέση.
Η Pirelli ανέφερε επίσης ότι η κατάσταση των ελαστικών μετά τα μεγαλύτερα stint ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική, με τη φθορά να παραμένει σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Το πίσω δεξί ελαστικό απαιτούσε τη μεγαλύτερη προσοχή, χωρίς όμως να δημιουργήσει γενικευμένο πρόβλημα αντοχής.
Το βασικό συμπέρασμα από τη Σιγκαπούρη είναι ότι η ονομαστική σκληρότητα μιας γόμας δεν καθορίζει από μόνη της τη στρατηγική αξία της. Όταν η φθορά παραμένει χαμηλή, η μεγαλύτερη πρόσφυση μπορεί να αποδειχθεί σημαντικότερο πλεονέκτημα από την επιπλέον θεωρητική αντοχή ενός σκληρότερου ελαστικού.
Ο Γιώργος Καλτσάς καταγράφει όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις πίστες της Formula 1, παρακολουθώντας στενά τις τελευταίες εξελίξεις και το παρασκήνιο του paddock.