Μπότας: Ο καλύτερος teammate της Formula 1 την τελευταία 20ετία;
Ο ιδανικός teammate ενός απόλυτου Νο1 δεν χρειάζεται απλώς να αποδέχεται τον ρόλο του. Πρέπει να είναι αρκετά γρήγορος ώστε να κερδίζει, να αφαιρεί βαθμούς από τους αντιπάλους και να βοηθά την ομάδα στρατηγικά, χωρίς παράλληλα να μετατρέπει κάθε αγωνιστικό τριήμερο σε εσωτερικό πόλεμο – και ελάχιστοι συνδύασαν όλα αυτά τα στοιχεία καλύτερα από τον Βάλτερι Μπότας.
Η πενταετία του Φινλανδού στη Mercedes, από το 2017 έως το 2021, συχνά κρίνεται μέσα από τη μεγάλη διαφορά που τον χώριζε από τον Λιούις Χάμιλτον. Ίσως, όμως, αυτή να είναι η λάθος σύγκριση.
Ο Μπότας δεν ήταν ο Νίκο Ρόσμπεργκ. Δεν κατάφερε ποτέ να μετατρέψει μια ολόκληρη σεζόν σε προσωπική μονομαχία με τον Χάμιλτον. Για τη Mercedes, όμως, αυτό δεν ήταν απαραίτητα μειονέκτημα.
Ακριβώς αυτό που χρειαζόταν η Mercedes
Ο Μπότας πήγε στο Μπράκλεϊ αμέσως μετά το 2016, όταν η σχέση Χάμιλτον και Ρόσμπεργκ είχε φτάσει στα όριά της. Η Mercedes είχε κυριαρχήσει αγωνιστικά, αλλά είχε πληρώσει το τίμημα ενός εσωτερικού ανταγωνισμού που απαιτούσε συνεχή διαχείριση.
Με τον Μπότας απέκτησε μια διαφορετική ισορροπία.
Ο Φινλανδός ήταν αρκετά γρήγορος ώστε να κατακτήσει 10 νίκες και 20 pole positions στην πενταετία του, ενώ τερμάτισε δεύτερος στο πρωτάθλημα οδηγών το 2019 και το 2020. Δεν αποτελούσε λοιπόν έναν οδηγό που απλώς συμπλήρωνε το δεύτερο μονοθέσιο.
Στις καλές ημέρες του μπορούσε να νικήσει ακόμη και τον Χάμιλτον καθαρά. Και όταν ο Βρετανός αντιμετώπιζε πρόβλημα, η Mercedes διέθετε έναν δεύτερο οδηγό ικανό να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία.
Το δύσκολο όριο ανάμεσα στον αντίπαλο και τον teammate
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο προσόν του Μπότας.
Ένας δεύτερος οδηγός που βρίσκεται πολύ μακριά από τον Νο1 αφήνει την ομάδα εκτεθειμένη απέναντι στους αντιπάλους. Ένας οδηγός που βρίσκεται διαρκώς στο ίδιο επίπεδο μπορεί να δημιουργήσει έναν εσωτερικό ανταγωνισμό όπως εκείνον που έζησε η Mercedes με τον Ρόσμπεργκ.
Ο Μπότας βρέθηκε για μεγάλο διάστημα κάπου ανάμεσα στα δύο.
Μπορούσε να πάρει βαθμούς από τη Ferrari ή τη Red Bull, να χρησιμοποιηθεί στρατηγικά και να διεκδικήσει νίκες, αλλά όταν το πρωτάθλημα απαιτούσε ξεκάθαρες προτεραιότητες, αποδεχόταν τις αποφάσεις της Mercedes.
Το Σότσι του 2018 αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Μπότας είχε πάρει την pole και βρισκόταν σε θέση να κερδίσει, όμως παραχώρησε την πρωτοπορία στον Χάμιλτον ώστε ο teammate του να ενισχύσει τη θέση του απέναντι στον Σεμπάστιαν Φέτελ στη μάχη του τίτλου.
Για τον ίδιο ήταν μια από τις δυσκολότερες στιγμές της καριέρας του. Για τη Mercedes, ήταν ακριβώς αυτό που απαιτούσε η μάχη του πρωταθλήματος.
Οι τίτλοι είναι το ισχυρότερο επιχείρημα
Τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης συνεργασίας δύσκολα αγνοούνται.
Στις πέντε σεζόν που Χάμιλτον και Μπότας αποτέλεσαν το δίδυμο της Mercedes, η ομάδα κατέκτησε πέντε συνεχόμενα πρωταθλήματα κατασκευαστών, ενώ ο Χάμιλτον πήρε τέσσερις τίτλους οδηγών.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο Μπότας ήταν ο δεύτερος καλύτερος οδηγός της συγκεκριμένης περιόδου. Ούτε ότι ήταν καλύτερος οδηγός από τον Ρόσμπεργκ, τον οποίο αντικατέστησε.
Το ερώτημα είναι ποιος εκπλήρωσε καλύτερα τον ρόλο του teammate δίπλα σε έναν ξεκάθαρο Νο1.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι βασικοί ανταγωνιστές του Μπότας έχουν αδυναμίες. Ο Μαρκ Γουέμπερ είχε πολύ πιο δύσκολη σχέση με τον Σεμπάστιαν Φέτελ, ενώ η συνεργασία του Σέρχιο Πέρες με τον Μαξ Φερστάπεν δεν διατήρησε μέχρι τέλους την αρμονία των πρώτων χρόνων. Οι σχέσεις του Μεξικανού με τη Red Bull επιδεινώθηκαν αισθητά στην τελευταία διετία της παρουσίας του στην ομάδα, την ώρα που η αγωνιστική διαφορά από τον Φερστάπεν μεγάλωνε.
Είχε προηγηθεί το επεισόδιο των κατατακτήριων του Μονακό το 2022, όταν ο Πέρες τράκαρε στην Portier στο τέλος του Q3, με αποτέλεσμα να διακοπούν οι τελευταίες προσπάθειες και ο Φερστάπεν να μην μπορέσει να ολοκληρώσει τον γρήγορο γύρο του. Αργότερα διατυπώθηκαν ισχυρισμοί ότι το ατύχημα ήταν σκόπιμο, χωρίς αυτό να αποδειχθεί ποτέ, ενώ το περιστατικό επανήλθε στο προσκήνιο μετά την άρνηση του Φερστάπεν να παραχωρήσει θέση στον Πέρες στο Σάο Πάολο την ίδια χρονιά.
Ο Κίμι Ράικονεν, από την άλλη, λειτούργησε αποτελεσματικά δίπλα στον Φέτελ στη Ferrari, χωρίς όμως να διαθέτει την ίδια σταθερή δυνατότητα με τον Μπότας να κατακτά νίκες και pole positions.
Έτσι γίνεται και ισχυρότερο το επιχείρημα υπέρ του Μπότας. Δεν ήταν μόνο αρκετά γρήγορος για να υπηρετεί αγωνιστικά τη Mercedes, αλλά η σχέση του με τον Χάμιλτον δεν εξελίχθηκε σε εσωτερική σύγκρουση, παρά τις στιγμές που οι αποφάσεις της ομάδας λειτουργούσαν ξεκάθαρα εις βάρος του.
Ο καλύτερος teammate, όχι ο καλύτερος Νο2
Αυτός είναι και ο λόγος που ο χαρακτηρισμός «δεύτερος οδηγός» αδικεί κάπως τον Μπότας.
Η αξία του δεν βρισκόταν στην παθητική αποδοχή της υπεροχής του Χάμιλτον. Βρισκόταν στο γεγονός ότι μπορούσε να είναι ανταγωνιστικός χωρίς να γίνεται καταστροφικός για την ομάδα, να έχει προσωπικές φιλοδοξίες χωρίς να αρνείται την αγωνιστική πραγματικότητα και να προσφέρει στη Mercedes ακριβώς αυτό που χρειαζόταν όταν η μάχη του τίτλου γινόταν δύσκολη.
Ο Μπότας δεν ήταν ο οδηγός που θα κέρδιζε τον Χάμιλτον σε ένα πρωτάθλημα όπως έκανε ο Ρόσμπεργκ. Ίσως όμως αυτό ακριβώς να τον έκανε καλύτερο teammate για τη Mercedes εκείνης της εποχής.
Αν το κριτήριο είναι ποιος εκπλήρωσε πληρέστερα τον ρόλο δίπλα σε έναν απόλυτο Νο1, συνδυάζοντας ταχύτητα, νίκες, στρατηγική χρησιμότητα και εσωτερική ισορροπία, τότε η περίπτωση του Μπότας στη Mercedes αποτελεί ίσως την ισχυρότερη της τελευταίας 20ετίας.
Ο Γιώργος Καλτσάς καταγράφει όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις πίστες της Formula 1, παρακολουθώντας στενά τις τελευταίες εξελίξεις και το παρασκήνιο του paddock.