TOP

Πώς το προσπέρασμα έγινε μόνο η μισή δουλειά στη Formula 1 του 2026

Μία από τις μεγαλύτερες ιδιαιτερότητες των νέων κανονισμών ανέδειξε με τον πιο έντονο τρόπο το Grand Prix της Μόντσα. Το Overtake Mode και η αυξημένη σημασία της ηλεκτρικής ενέργειας δημιούργησαν ένα παράδοξο: ένας οδηγός μπορούσε να περάσει τον αντίπαλό του, αλλά αμέσως μετά να βρεθεί ο ίδιος στην πιο ευάλωτη θέση.

Στην προηγούμενη γενιά μονοθεσίων, το DRS έδινε σημαντικό πλεονέκτημα στο μονοθέσιο που ακολουθούσε. Από τη στιγμή όμως που ολοκληρωνόταν το προσπέρασμα, ο ταχύτερος οδηγός μπορούσε συνήθως να προσπαθήσει να ανοίξει τη διαφορά.

Το 2026 η εξίσωση είναι διαφορετική.

Το Overtake Mode δίνει επιπλέον διαθέσιμη ηλεκτρική ενέργεια στον οδηγό που βρίσκεται εντός ενός δευτερολέπτου από το προπορευόμενο μονοθέσιο. Την ίδια στιγμή, η ενεργή αεροδυναμική χρησιμοποιείται από όλους στις προκαθορισμένες ζώνες των ευθειών και δεν αποτελεί πλέον το ίδιο το βοήθημα προσπεράσματος όπως συνέβαινε με το DRS.

Περνάς και μετά γίνεσαι ο στόχος

Η Μόντσα αποτέλεσε την πιο ακραία μέχρι σήμερα επίδειξη αυτού του φαινομένου, με τις μεγάλες ευθείες και τις ιδιαίτερα υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις να ενισχύουν την επίδρασή του.

Πριν από τον αγώνα, ο Αντρέα Στέλλα είχε ήδη περιγράψει το δίλημμα: όταν βρίσκεσαι πίσω μπορεί να είσαι ταχύτερος και να θέλεις να προσπεράσεις, αλλά από τη στιγμή που θα βρεθείς μπροστά ενδέχεται να γίνεις ξανά πιο αργός.

Αυτό δημιούργησε το λεγόμενο “yo-yo racing”.

Ο Κάρλος Σάινθ είχε εξηγήσει ότι οι οδηγοί θα έπρεπε να αποφασίζουν πόσο χρόνο ήταν διατεθειμένοι να θυσιάσουν μπαίνοντας σε συνεχόμενες μάχες με τη χρήση του επιπλέον boost. Το πραγματικό ζητούμενο δεν ήταν επομένως απλώς να ολοκληρωθεί το προσπέρασμα, αλλά να δημιουργηθεί αμέσως μετά απόσταση μεγαλύτερη του ενός δευτερολέπτου ώστε ο αντίπαλος να χάσει το Overtake Mode.

Η μάχη Αντονέλι και Ράσελ το έδειξε στην πράξη

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν η μάχη των δύο Mercedes.

Ο Αντρέα Κίμι Αντονέλι έφτασε από τη 19η θέση στην κορυφή και από τη στιγμή που βρέθηκε πίσω από τον Ράσελ ξεκίνησε μία περίοδος συνεχών εναλλαγών. Ο ένας μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ενεργειακό πλεονέκτημα για να επιτεθεί, όμως μετά το προσπέρασμα οι ρόλοι αντιστρέφονταν και ο προηγούμενος πρωτοπόρος αποκτούσε τα εργαλεία για να απαντήσει.

Η μεταξύ τους μονομαχία εξελίχθηκε ακριβώς σε αυτό το «yo-yo», μέχρι η Mercedes να ζητήσει από τους δύο οδηγούς να σταματήσουν να ανταλλάσσουν συνεχώς θέσεις και να επικεντρωθούν στη δημιουργία διαφοράς από τον Μαξ Φερστάπεν.

Δεν ήταν λοιπόν απαραίτητα αρκετό να είσαι ταχύτερος. Έπρεπε να επιλέξεις πότε άξιζε να χρησιμοποιήσεις την ενέργειά σου και, κυρίως, εάν μετά το προσπέρασμα μπορούσες να απομακρυνθείς αρκετά γρήγορα.

Όταν η άμυνα δεν βρίσκεται πλήρως στα χέρια του οδηγού

Ο Άλεξ Άλμπον είχε περιγράψει πριν από τον αγώνα και την άλλη πλευρά του νέου συστήματος, επισημαίνοντας ότι ορισμένες φορές ο οδηγός μπορεί να αισθάνεται σχεδόν ανήμπορος να αμυνθεί.

Η Μόντσα το επιβεβαίωσε και στην περίπτωση του Φερστάπεν. Ο Ολλανδός βρέθηκε στην κορυφή, αλλά παραδέχθηκε μετά τον αγώνα ότι όταν οι αντίπαλοί του είχαν διαθέσιμο Overtake Mode μπορούσαν να τον περνούν με μεγάλη διαφορά.

Στη Formula 1 του 2026, η κατάκτηση μιας θέσης μπορεί να αποτελεί μόνο το πρώτο μέρος της επίθεσης. Το δεύτερο —και σε πίστες όπως η Μόντσα ίσως το δυσκολότερο— είναι να δημιουργηθεί αμέσως η απόσταση που θα στερήσει από τον αντίπαλο το Overtake Mode και θα σταματήσει την αντεπίθεση. Αυτό μετατρέπει τη διαχείριση της ηλεκτρικής ενέργειας από ένα καθαρά τεχνικό ζήτημα σε μέρος της ίδιας της αγωνιστικής τακτικής, με τη Μόντσα να προσφέρει μέχρι τώρα το πιο καθαρό παράδειγμα του πόσο διαφορετικά πρέπει πλέον να σκέφτονται μία μονομαχία οι οδηγοί.